prototype
pro
prəʊ
prew
to
təʊ
tew
type
taɪp
taip

Ορισμός και σημασία του "prototype"στα αγγλικά

01

πρωτότυπο, μοντέλο

something or someone that is the most common example of a particular group, class, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prototypes
Παραδείγματα
His style of leadership became the prototype for the company’s future managers. 

Το στυλ ηγεσίας του έγινε το πρωτότυπο για τους μελλοντικούς μάνατζερς της εταιρείας.

02

πρωτότυπο, προκαταρκτικό μοντέλο

an early or preliminary model of something from which other forms are developed or copied 
Παραδείγματα
The engineers created a prototype of the new electric car to test its performance and safety features. 

Οι μηχανικοί δημιούργησαν ένα πρωτότυπο του νέου ηλεκτρικού αυτοκινήτου για να δοκιμάσουν την απόδοση και τα χαρακτηριστικά ασφάλειας του.

Λεξικό Δέντρο

prototypal
prototypic
prototype

proto

+

type

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store