Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Balloon
01
μπαλόνι, λαστιχένιο μπαλόνι
a thin and small rubber bag with a hole into which air is blown and is used as a toy or decoration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
balloons
Παραδείγματα
A heart-shaped balloon was gifted to her on Valentine ’s Day.
Ένα μπαλόνι σε σχήμα καρδιάς της δόθηκε ως δώρο την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.
02
μπαλόνι
large tough nonrigid bag filled with gas or heated air
to balloon
01
φουσκώνω, φουσκώνω
become inflated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
balloon
γ΄ ενικό πρόσωπο
balloons
ενεστώτα μετοχή
ballooning
απλός αόριστος
ballooned
παθητική μετοχή
ballooned
02
κάνω βόλτα με αερόστατο, ανεβαίνω σε αερόστατο
ride in a hot-air balloon
Λεξικό Δέντρο
balloonist
balloon



























