balloon
ba
lloon
ˈlu:n
loon
ballon

Ορισμός και σημασία του "balloon"στα αγγλικά

01

μπαλόνι, λαστιχένιο μπαλόνι

a thin and small rubber bag with a hole into which air is blown and is used as a toy or decoration 
balloon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
balloons
Παραδείγματα
She blew up a red balloon for the birthday party. 

Φούσκωσε ένα κόκκινο μπαλόνι για το πάρτι γενεθλίων.

02

μπαλόνι

large tough nonrigid bag filled with gas or heated air 
to balloon
01

φουσκώνω, φουσκώνω

become inflated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
balloon
γ΄ ενικό πρόσωπο
balloons
ενεστώτα μετοχή
ballooning
απλός αόριστος
ballooned
παθητική μετοχή
ballooned
02

κάνω βόλτα με αερόστατο, ανεβαίνω σε αερόστατο

ride in a hot-air balloon 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store