Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ballgame
01
παιχνίδι με μπάλα, αγώνας μπέιζμπολ
a field game played with a ball (especially baseball)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ballgames
02
αλλαγή παιχνιδιού, νέα κατάσταση
a particular situation that is radically different from the preceding situation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ballgame
ball
game



























