protected
pro
prə
prē
tec
ˈtɛk
tek
ted
tɪd
tid
protractedprojected

Ορισμός και σημασία του "protected"στα αγγλικά

01

προστατευμένος, ασφαλής

keeping something safe from harm, loss, or danger 
protected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protected
συγκριτικός βαθμός
more protected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The encrypted files are protected from unauthorized access, ensuring the security of sensitive information. 

Τα κρυπτογραφημένα αρχεία προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των ευαίσθητων πληροφοριών.

02

προστατευμένος, προφυλαγμένος

guarded from injury or destruction 

Λεξικό Δέντρο

unprotected
protected
protect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store