Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protected
01
προστατευμένος, ασφαλής
keeping something safe from harm, loss, or danger
Παραδείγματα
The protective gear worn by athletes during competitions helps keep them protected from injury.
Ο προστατευτικός εξοπλισμός που φορούν οι αθλητές κατά τη διάρκεια των αγώνων τους βοηθά να παραμείνουν προστατευμένοι από τραυματισμούς.
02
προστατευμένος, προφυλαγμένος
guarded from injury or destruction
Λεξικό Δέντρο
unprotected
protected
protect



























