Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protected
01
προστατευμένος, ασφαλής
keeping something safe from harm, loss, or danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protected
συγκριτικός βαθμός
more protected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The encrypted files are protected from unauthorized access, ensuring the security of sensitive information.
Τα κρυπτογραφημένα αρχεία προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των ευαίσθητων πληροφοριών.
02
προστατευμένος, προφυλαγμένος
guarded from injury or destruction
Λεξικό Δέντρο
unprotected
protected
protect



























