protected
Pronunciation
/pɹəˈtɛktɪd/

Ορισμός και σημασία του "protected"στα αγγλικά

01

προστατευμένος, ασφαλής

keeping something safe from harm, loss, or danger
protected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protected
συγκριτικός βαθμός
more protected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The protective gear worn by athletes during competitions helps keep them protected from injury.
Ο προστατευτικός εξοπλισμός που φορούν οι αθλητές κατά τη διάρκεια των αγώνων τους βοηθά να παραμείνουν προστατευμένοι από τραυματισμούς.
02

προστατευμένος, προφυλαγμένος

guarded from injury or destruction

Λεξικό Δέντρο

unprotected
protected
protect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store