Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prospector
01
εξερευνητής, χρυσοθήρας
a person who searches for invaluable substance, such as gold, on or under the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prospectors
Παραδείγματα
She dreamed of becoming a prospector, exploring remote areas in search of untapped resources.
Ονειρευόταν να γίνει εξερευνητής, εξερευνώντας απομακρυσμένες περιοχές στην αναζήτηση αξιοποιήτων πόρων.
Λεξικό Δέντρο
prospector
prospect



























