Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to propound
01
προτείνω, παρουσιάζω
to put an idea, proposition, theory, etc. forward for further consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
propound
γ΄ ενικό πρόσωπο
propounds
ενεστώτα μετοχή
propounding
απλός αόριστος
propounded
παθητική μετοχή
propounded
Παραδείγματα
The scientist propounded a new theory to explain the phenomenon observed in the experiment.
Ο επιστήμονας πρότεινε μια νέα θεωρία για να εξηγήσει το φαινόμενο που παρατηρήθηκε στο πείραμα.
Λεξικό Δέντρο
propound
pound



























