to propound
pro
prəʊ
πρεου
pound
paʊnd
παουνντ
profound

Ορισμός και σημασία του "propound"στα αγγλικά

to propound
01

προτείνω, παρουσιάζω

to put an idea, proposition, theory, etc. forward for further consideration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
propound
γ΄ ενικό πρόσωπο
propounds
ενεστώτα μετοχή
propounding
απλός αόριστος
propounded
παθητική μετοχή
propounded
Παραδείγματα
The scientist propounded a new theory to explain the phenomenon observed in the experiment. 

Ο επιστήμονας πρότεινε μια νέα θεωρία για να εξηγήσει το φαινόμενο που παρατηρήθηκε στο πείραμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

propound
pound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store