Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to propound
01
προτείνω, παρουσιάζω
to put an idea, proposition, theory, etc. forward for further consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
propound
γ΄ ενικό πρόσωπο
propounds
ενεστώτα μετοχή
propounding
απλός αόριστος
propounded
παθητική μετοχή
propounded
Παραδείγματα
The teacher encouraged her students to propound their own interpretations of the text, fostering critical thinking and debate.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τους μαθητές του να προτείνουν τις δικές τους ερμηνείες του κειμένου, προωθώντας την κριτική σκέψη και τη συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
propound
pound



























