Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Property
01
ιδιοκτησία, ακίνητη περιουσία
a building or the piece of land surrounding it, owned by individuals, businesses, or entities
Παραδείγματα
The deed and title documents confirm ownership of the property and its legal boundaries.
Τα έγγραφα πράξης και τίτλου επιβεβαιώνουν την κυριότητα της ιδιοκτησίας και τα νόμιμα όριά της.
Παραδείγματα
She inherited a large amount of property from her grandparents.
Κληρονόμησε μια μεγάλη ποσότητα ιδιοκτησίας από τους παππούδες της.
03
ιδιότητα, χαρακτηριστικό
a feature or quality of something
Παραδείγματα
Elasticity is a material property that measures its ability to return to its original shape after being deformed.
Η ελαστικότητα είναι μια ιδιότητα του υλικού που μετρά την ικανότητά του να επιστρέφει στο αρχικό του σχήμα μετά από παραμόρφωση.
04
αντικείμενο σκηνής, προπ
any movable object used onstage or on a film set to support the action and help tell the story
Παραδείγματα
A single property teacup became the focal point of the entire act, carrying the audience's emotional focus.
Ένα μοναδικό αντικείμενο φλιτζάνι τσαγιού έγινε το κεντρικό σημείο ολόκληρης της πράξης, μεταφέροντας το συναισθηματικό εστιασμό του κοινού.
05
ακίνητη περιουσία, επένδυση σε ακίνητα
a financial interest in real estate, such as shares or investments in land, buildings, or property-related companies, typically held for income or profit
Παραδείγματα
Some people buy physical buildings, while others prefer owning shares in property trusts.
Μερικοί άνθρωποι αγοράζουν φυσικά κτίρια, ενώ άλλοι προτιμούν να κατέχουν μετοχές σε επενδυτικούς οργανισμούς ακινήτων.
Λεξικό Δέντρο
propertyless
property



























