Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prop up
01
υποστηρίζω οικονομικά, στηρίζω
to provide financial or material support to an organization, system, or person to prevent failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
prop
ενεστώτας
prop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
props up
ενεστώτα μετοχή
propping up
απλός αόριστος
propped up
παθητική μετοχή
propped up
Παραδείγματα
The community gathered funds to prop up the local school that was facing closure due to lack of resources.
Η κοινότητα συγκέντρωσε χρήματα για υποστηρίξει το τοπικό σχολείο που αντιμετώπιζε κλείσιμο λόγω έλλειψης πόρων.
02
στηρίζω, υποστηρίζω
to keep something in position using a structure or an object
Παραδείγματα
He used a stick to prop up the broken window.
Χρησιμοποίησε ένα ραβδί για να στηρίξει το σπασμένο παράθυρο.



























