Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prop up
[phrase form: prop]
01
υποστηρίζω οικονομικά, στηρίζω
to provide financial or material support to an organization, system, or person to prevent failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
prop
ενεστώτας
prop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
props up
ενεστώτα μετοχή
propping up
απλός αόριστος
propped up
παθητική μετοχή
propped up
Παραδείγματα
The bank loaned funds to prop the company up during its financial crisis.
Η τράπεζα δάνεισε κεφάλαια για υποστήριξη της εταιρείας κατά τη διάρκεια της οικονομικής της κρίσης.
02
στηρίζω, υποστηρίζω
to keep something in position using a structure or an object
Παραδείγματα
He propped the ladder up against the wall.
Στήριξε τη σκάλα στον τοίχο.



























