Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prop
01
στηρίζω, υποστηρίζω
to support, hold up, or sustain by placing or leaning against a firm or solid structure
Transitive: to prop sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prop
γ΄ ενικό πρόσωπο
props
ενεστώτα μετοχή
propping
απλός αόριστος
propped
παθητική μετοχή
propped
Παραδείγματα
The construction workers frequently prop wooden boards against the walls to support the scaffolding.
Οι εργάτες κατασκευών στηρίζουν συχνά ξύλινες σανίδες στους τοίχους για να υποστηρίξουν τα σκαλωσιά.
Prop
01
στήριγμα, υποστήριγμα
a support placed beneath or against something to keep it from shaking or falling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
props
02
έλικας, προωθητήρας
a propeller that rotates to push against air
03
αντικείμενο σκηνής, ρεκουίζιτο
any object used by actors in the performance of a movie or play
Παραδείγματα
The actor picked up a prop sword for the battle scene.
Ο ηθοποιός πήρε ένα όπλο σκηνής για τη σκηνή της μάχης.
04
στύλος, επιθετικός
(rugby) a forward player who supports the scrum and is responsible for providing power and stability
Παραδείγματα
They relied on their prop to dominate in the scrum.
Βασίστηκαν στον στύλο τους για να κυριαρχήσουν στο scrum.
Λεξικό Δέντρο
proper
prop



























