Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pronunciation
/pɹəˌnənsiˈeɪʃən/, /pɹoʊˌnənsiˈeɪʃən/
Pronunciation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pronunciations
Παραδείγματα
She worked hard to improve her pronunciation before the exam.
Δούλεψε σκληρά για να βελτιώσει την προφορά της πριν από τις εξετάσεις.
02
προφορά, αρθρωση
the individual manner or style in which a person utters a word
Παραδείγματα
Pronunciation can reveal a person's regional or social background.
Η προφορά μπορεί να αποκαλύψει την περιφερειακή ή κοινωνική καταγωγή ενός ατόμου.
Λεξικό Δέντρο
mispronunciation
pronunciation
pronounce



























