Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pronounced
01
εμφανής, σαφής
immediately noticed due to being apparent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pronounced
συγκριτικός βαθμός
more pronounced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient's symptoms became more pronounced after the medication was discontinued.
Τα συμπτώματα του ασθενούς έγιναν πιο εμφανή μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής.
Λεξικό Δέντρο
pronounced
pronounce



























