pronounced
Pronunciation
/pɹəˈnaʊnst/

Ορισμός και σημασία του "pronounced"στα αγγλικά

pronounced
01

εμφανής, σαφής

immediately noticed due to being apparent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pronounced
συγκριτικός βαθμός
more pronounced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The difference in temperatures between the two regions was particularly pronounced during the winter months.
Η διαφορά θερμοκρασιών μεταξύ των δύο περιοχών ήταν ιδιαίτερα έντονη κατά τους χειμερινούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store