Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to promulgate
01
ανακοινώνω, διαδίδω
to make something known publicly, especially an idea, belief, or policy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
promulgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
promulgates
ενεστώτα μετοχή
promulgating
απλός αόριστος
promulgated
παθητική μετοχή
promulgated
Παραδείγματα
She promulgated her views on education reform in a televised interview.
Εκείνη διακήρυξε τις απόψεις της για τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης σε μια τηλεοπτική συνέντευξη.
02
εκδίδω, ανακοινώνω επίσημα
to formally put a law or regulation into effect through official proclamation
Παραδείγματα
The government promulgated new tax laws effective January 1st.
Η κυβέρνηση δημοσίευσε νέους φορολογικούς νόμους που ισχύουν από 1η Ιανουαρίου.
Λεξικό Δέντρο
promulgated
promulgation
promulgator
promulgate
promulg



























