Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to promulgate
01
ανακοινώνω, διαδίδω
to make something known publicly, especially an idea, belief, or policy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
promulgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
promulgates
ενεστώτα μετοχή
promulgating
απλός αόριστος
promulgated
παθητική μετοχή
promulgated
Παραδείγματα
The artist promulgated a bold new aesthetic in her latest exhibit.
Η καλλιτέχνις ανακοίνωσε μια τολμηρή νέα αισθητική στην τελευταία της έκθεση.
02
εκδίδω, ανακοινώνω επίσημα
to formally put a law or regulation into effect through official proclamation
Παραδείγματα
The court 's ruling was promulgated as binding precedent.
Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε ως δεσμευτικό προηγούμενο.
Λεξικό Δέντρο
promulgated
promulgation
promulgator
promulgate
promulg



























