Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Promontory
01
ακρωτήρι, προεξοχή
a raised narrow mass of land that sticks out into the sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
promontories



























