progression
Pronunciation
/pɹəˈɡɹɛʃən/

Ορισμός και σημασία του "progression"στα αγγλικά

01

πρόοδος

a series with a definite pattern of advance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
progressions
02

πρόοδος, προόδευση

the act of moving forward (as toward a goal)
03

πρόοδος, προχώρηση

the act or process of advancing or moving forward in a gradual or orderly manner
Παραδείγματα
The hikers made steady progression up the mountain, taking breaks to admire the view.
Οι πεζοπόροι έκαναν σταθερή πρόοδο προς την κορυφή του βουνού, κάνοντας διαλείμματα για να θαυμάσουν τη θέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store