Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to balk
01
διστάζω, υποχωρώ
to be reluctant to do something or allow it to happen, particularly because it is dangerous, difficult, or unpleasant
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
balk
γ΄ ενικό πρόσωπο
balks
ενεστώτα μετοχή
balking
απλός αόριστος
balked
παθητική μετοχή
balked
Παραδείγματα
He balked at the idea of taking on such a risky project.
Δίστασε στην ιδέα της ανάληψης ενός τόσο επικίνδυνου έργου.
Balk
01
μπολκ, παράνομη κίνηση
(in baseball) an illegal action by the pitcher, such as a deceptive motion or failure to complete a pitch that results in base runners advancing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
balks
Παραδείγματα
The umpire called a balk, allowing the runner to advance to second base.
Ο διαιτητής ανακοίνωσε ένα balk, επιτρέποντας στον δρομέα να προχωρήσει στη δεύτερη βάση.
02
Μία δοκός οροφής, Μία δοκός δομήματος
a structural beam used to support the roof of a building, typically sloped and arranged in parallel
Παραδείγματα
The carpenter inspected each balk for signs of rot before restoring the roof.
Ο ξυλουργός επιθεώρησε κάθε δοκό για σημάδια σήψης πριν από την αποκατάσταση της στέγης.
03
εμπόδιο, αναστολή
something that prevents or slows down movement or progress
Παραδείγματα
Fear of failure became a mental balk to his success.
Ο φόβος της αποτυχίας έγινε ένα νοητικό εμπόδιο για την επιτυχία του.
04
η ζώνη εκκίνησης, το μπαλκ
(in cue sports) the rectangular area at one end of the table, where certain rules restrict ball placement and play
Παραδείγματα
The cue ball was placed in the balk area for the break.
Η λευκή μπάλα τοποθετήθηκε στην περιοχή balk για το break.
Λεξικό Δέντρο
balker
balking
balk



























