Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Profligacy
01
ασωτία, σπατάλη
the excessive act of putting one's physical pleasure in high priority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
σπάταλη, ασωτία
the act of spending a considerable amount of resources in a wasteful manner
Λεξικό Δέντρο
profligacy
proflig



























