Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profitable
01
κερδοφόρος, επικερδής
(of a business) providing benefits or valuable returns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most profitable
συγκριτικός βαθμός
more profitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His innovative app quickly became one of the most profitable products in the tech industry.
Η καινοτόμος εφαρμογή του έγινε γρήγορα ένα από τα πιο κερδοφόρα προϊόντα στη βιομηχανία τεχνολογίας.
Λεξικό Δέντρο
profitability
profitableness
profitably
profitable
profit



























