Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prod
01
παροτρύνω, ενθαρρύνω
to stimulate or encourage someone to take action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prod
γ΄ ενικό πρόσωπο
prods
ενεστώτα μετοχή
prodding
απλός αόριστος
prodded
παθητική μετοχή
prodded
Παραδείγματα
The campaign manager prodded the candidate to address the pressing issues facing the community.
Ο διαχειριστής της εκστρατείας προκάλεσε τον υποψήφιο να αντιμετωπίσει τα πιεστικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η κοινότητα.
02
σπρώχνω, παρακινώ
to jab or poke a person or thing with a finger, stick, or other pointed object to get their attention or make them do something
Παραδείγματα
The curious child could n't resist the urge to prod the strange object with a stick.
Το περίεργο παιδί δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρόρμηση να σουβλίσει το παράξενο αντικείμενο με ένα ραβδί.
Prod
01
αιχμηρό εργαλείο για τσίμπημα, κίνητρο
a sharp implement used for poking or urging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prods
Παραδείγματα
The prod rested against the wall when not in use.
Το κεντρί ακουμπούσε στον τοίχο όταν δεν χρησιμοποιούνταν.
02
προτροπή, ώθηση
a prompt or encouragement to act
Παραδείγματα
The coach 's pep talk was a prod for the players to give their best.
Η κουβέντα ενθάρρυνσης του προπονητή ήταν ένα κίνητρο για τους παίκτες να δώσουν το καλύτερο από αυτούς.
03
προτεστάντης, ουγκενότος
a Protestant, often used insultingly
Dialect
British
offensive
slang
Παραδείγματα
People rolled their eyes at the Prod preaching nonstop.
Οι άνθρωποι γύρισαν τα μάτια τους στον προντ που κήρυττε ασταμάτητα.
Λεξικό Δέντρο
prodding
prod



























