Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proceedings
01
διαδικασίες, πρακτικά
actions taken in a court of law in order to settle an argument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proceedings
Παραδείγματα
The proceedings were marked by intense arguments between the opposing counsels.
Οι διαδικασίες σημειώθηκαν με έντονες επιχειρηματολογίες μεταξύ των αντίθετων δικηγόρων.
02
πρακτικά, αναφορά
a written account of what transpired at a meeting



























