proceedings
pro
prə
πρα
cee
ˈsi:
σι
dings
dɪngz
ντινγκζ

Ορισμός και σημασία του "proceedings"στα αγγλικά

01

διαδικασίες, πρακτικά

actions taken in a court of law in order to settle an argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proceedings
Παραδείγματα
The lawyer reviewed the court proceedings carefully before the trial. 

Ο δικηγόρος εξέτασε προσεκτικά τις διαδικασίες του δικαστηρίου πριν από τη δίκη.

02

πρακτικά, αναφορά

a written account of what transpired at a meeting 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store