Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Probate
01
επικύρωση διαθήκης, νομική διαδικασία απόδειξης της εγκυρότητας μιας διαθήκης
a process in which the validity of a will is legally proved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
probates
Παραδείγματα
The family hired a lawyer to guide them through the probate of their grandfather's will.
Η οικογένεια προσέλαβε έναν δικηγόρο για να τους καθοδηγήσει στη διαδικασία επικύρωσης της διαθήκης του παππού τους.
02
διαθήκη πιστοποίησης, επικύρωση διαθήκης
a legal certificate which validates a will and allows its executor to manage the properties
Παραδείγματα
The executor presented the probate to the bank to access the deceased’s accounts.
Ο εκτελεστής της διαθήκης παρουσίασε την αποδεδειγμένη διαθήκη στην τράπεζα για να αποκτήσει πρόσβαση στους λογαριασμούς του αποθανόντος.
to probate
01
επικυρώνω, καθιστώ νομικά έγκυρο
establish the legal validity of (wills and other documents)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
probate
γ΄ ενικό πρόσωπο
probates
ενεστώτα μετοχή
probating
απλός αόριστος
probated
παθητική μετοχή
probated
02
βάζω υπό δοκιμαστική αποφυλάκιση, αναστέλλω την ποινή με δοκιμαστική αποφυλάκιση
put a convicted person on probation by suspending his sentence



























