probable cause
pro
ˈprɒ
pro
ba
ble
bəl
bēl
cause
kɔ:z
kawz

Ορισμός και σημασία του "probable cause"στα αγγλικά

Probable cause
01

πιθανή αιτία, λογική υποψία

the reasonable suspicion that a crime has occurred or will occur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The police officer had probable cause to stop the vehicle due to a traffic violation. 

Ο αστυνομικός είχε πιθανή αιτία να σταματήσει το όχημα λόγω παραβίασης κυκλοφορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store