probable cause
Pronunciation
/pɹˈɑːbəbəl kˈɔːz/

Ορισμός και σημασία του "probable cause"στα αγγλικά

Probable cause
01

πιθανή αιτία, λογική υποψία

the reasonable suspicion that a crime has occurred or will occur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court determined that the anonymous tip provided sufficient probable cause for a search warrant.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η ανώνυμη συμβουλή παρείχε επαρκή πιθανή αιτία για ένταλμα έρευνας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store