princely
prin
ˈprɪn
prin
cely
sli
sli

Ορισμός και σημασία του "princely"στα αγγλικά

01

πριγκιπικός, βασιλικός

having the rank of or befitting a prince 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
princeliest
συγκριτικός βαθμός
princelier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
nobility, status, behavior
02

πριγκιπικός, πολυτελής

having a luxurious and grand quality 
Παραδείγματα
The princely mansion overlooked the countryside, offering breathtaking views. 

Το πριγκιπικό αρχοντικό κοιτούσε την ύπαιθρο, προσφέροντας εντυπωσιακές θέας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store