Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prim
01
ντύνομαι άκαμπτα, ντύνομαι με ακρίβεια
dress primly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prim
γ΄ ενικό πρόσωπο
prims
ενεστώτα μετοχή
primming
απλός αόριστος
primmed
παθητική μετοχή
primmed
02
σφίγγω τα χείλη, στενεύω τα χείλη
contract one's lips
03
υιοθετώ μια επίσημη εμφάνιση, προσποιούμαι μια τυπική συμπεριφορά
assume a prim appearance
prim
01
καθαρός, προσεκτικός
neat, tidy, or immaculate in appearance or dress, often with an emphasis on modesty or conservatism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
primmost
συγκριτικός βαθμός
primmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a prim floral dress with a matching cardigan, projecting an image of modesty and propriety.
Φορούσε ένα καθαρό φουστάνι με λουλούδια και ένα αντίστοιχο καρντιγκάν, προβάλλοντας μια εικόνα σεμνότητας και ευπρέπειας.
02
επίσημος, ακριβής
formally precise or proper in behavior, manners, or appearance, often to an excessive or affected degree
Παραδείγματα
She always appears prim and proper, her demeanor meticulously controlled, with every detail carefully arranged.
Φαίνεται πάντα καθαρή και κατάλληλη, η συμπεριφορά της ελέγχεται με σχολαστικότητα, με κάθε λεπτομέρεια προσεκτικά τακτοποιημένη.



























