Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prickle
01
αγκάθι, βελόνα
a small, sharp-pointed structure that grows on the surface of a plant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prickles
Παραδείγματα
Roses are known for their thorns, which are actually prickles that help protect the plant from being eaten by animals.
Τα τριαντάφυλλα είναι γνωστά για τα αγκάθια τους, τα οποία είναι στην πραγματικότητα μικρά αγκάθια που βοηθούν στην προστασία του φυτού από το να τρώγεται από ζώα.
to prickle
01
τσιμπώ, τρυπώ ελαφρά
make a small hole into, as with a needle or a thorn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
prickles
ενεστώτα μετοχή
prickling
απλός αόριστος
prickled
παθητική μετοχή
prickled
02
τσιμπάω, μουρμουρίζω
to feel a tingling or uncomfortable sensation from fear, anger, or excitement
Παραδείγματα
Her eyes prickled with tears at the sad story.
Τα μάτια της μούντζωσαν με δάκρυα στο θλιβερό μυθιστόρημα.
03
τσιμπώ, μουδιάζω
cause a prickling sensation
Λεξικό Δέντρο
prickly
prickle



























