pricey
pri
ˈpraɪ
prai
cey
si
si
spicydiceyicy
pricy

Ορισμός και σημασία του "pricey"στα αγγλικά

01

ακριβός, δαπανηρός

costing a lot of money 
pricey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
priciest
συγκριτικός βαθμός
pricier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cost, economics, evaluation
Παραδείγματα
The designer handbag she wanted was too pricey for her budget. 

Η τσάντα σχεδιαστή που ήθελε ήταν πολύ ακριβή για τον προϋπολογισμό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pricey
price
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store