pricey
Pronunciation
/ˈpɹaɪsi/
pricy

Ορισμός και σημασία του "pricey"στα αγγλικά

01

ακριβός, δαπανηρός

costing a lot of money
pricey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
priciest
συγκριτικός βαθμός
pricier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He opted for a pricey hotel room with a great view.
Επέλεξε ένα ακριβό δωμάτιο ξενοδοχείου με υπέροχη θέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store