Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prey
01
θηράμα, θύμα
an animal that is hunted and eaten by another animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The lion silently stalked its prey through the tall grass.
Το λιοντάρι παρακολουθούσε σιωπηλά το θηράμα του μέσα από το ψηλό γρασίδι.
02
θήραμα, θύμα
a person or thing that is the target of an attack, deception, or abuse
Παραδείγματα
Elderly people are often prey for phone scammers.
Οι ηλικιωμένοι είναι συχνά θηράματα των απατεώνων του τηλεφώνου.
to prey
01
εκμεταλλεύομαι, καταχρώμαι
to unfairly take advantage of someone or something for personal gain
Intransitive: to prey on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prey
γ΄ ενικό πρόσωπο
preys
ενεστώτα μετοχή
preying
απλός αόριστος
preyed
παθητική μετοχή
preyed
Παραδείγματα
Scammers often prey on elderly people by pretending to be bank officials.
Οι απατεώνες συχνά επιτίθενται σε ηλικιωμένους προσποιούμενοι ότι είναι τραπεζικοί υπάλληλοι.
02
κυνηγώ, θηρεύω
to hunt and kill another creature as food
Intransitive: to prey on another animal
Παραδείγματα
Owls prey on mice and small rodents at night.
Οι κουκουβάγιες θηρεύουν ποντίκια και μικρά τρωκτικά τη νύχτα.



























