to prettify
pre
ˈprɪ
pri
tti
ti
fy
faɪ
fai
aerify
prettified

Ορισμός και σημασία του "prettify"στα αγγλικά

to prettify
01

ομορφαίνω, διακοσμώ

to make something look more attractive, especially by adding decorative or superficial elements 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prettify
γ΄ ενικό πρόσωπο
prettifies
ενεστώτα μετοχή
prettifying
απλός αόριστος
prettified
παθητική μετοχή
prettified
Παραδείγματα
She prettified her room with fairy lights and floral wallpaper. 

Διακόσμησε το δωμάτιό της με φευγιτικά φώτα και ανθισμένη ταπετσαρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store