to prettify
Pronunciation
/pɹˈɛɾɪfˌaɪ/
prettified

Ορισμός και σημασία του "prettify"στα αγγλικά

to prettify
01

ομορφαίνω, διακοσμώ

to make something look more attractive, especially by adding decorative or superficial elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prettify
γ΄ ενικό πρόσωπο
prettifies
ενεστώτα μετοχή
prettifying
απλός αόριστος
prettified
παθητική μετοχή
prettified
Παραδείγματα
The movie prettified a tragic story by giving it a romantic ending.
Η ταινία κομψοποίησε μια τραγική ιστορία δίνοντάς της μια ρομαντική κατάληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store