presently
pre
ˈprɛ
πρε
sent
zənt
ζαντ
ly
li
λι
/pɹˈɛzəntlˌi/

Ορισμός και σημασία του "presently"στα αγγλικά

01

επί του παρόντος, τώρα

at the moment or present time
presently definition and meaning
Παραδείγματα
The project is presently ahead of schedule, thanks to the efficient team.
Το έργο είναι προς το παρόν μπροστά από το χρονοδιάγραμμα, χάρη στην αποτελεσματική ομάδα.
02

σύντομα, προς το παρόν

in a short amount of time from now
Παραδείγματα
The team will be presently ready to start the next phase of the work.
Η ομάδα θα είναι σύντομα έτοιμη να ξεκινήσει την επόμενη φάση της εργασίας.
03

αμέσως, ακαριαία

at that very moment or immediately
Old use
Παραδείγματα
The physician arrived presently upon hearing of the king ’s illness.
Ο γιατρός έφτασε αμέσως ακούγοντας για την ασθένεια του βασιλιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store