Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presentable
01
παρουσιαστέος, καλοντυμένος
(of a person's appearance) clean and attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presentable
συγκριτικός βαθμός
more presentable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, social, evaluation
Παραδείγματα
Despite the long journey, she arrived looking presentable and refreshed.
Παρά το μακρύ ταξίδι, έφτασε φαινόμενος παρουσιαστέος και ανανεωμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
presentably
representable
unpresentable
presentable
present



























