Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presentable
01
παρουσιαστέος, καλοντυμένος
(of a person's appearance) clean and attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presentable
συγκριτικός βαθμός
more presentable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor always appeared presentable on the red carpet, with impeccable grooming and stylish attire.
Ο ηθοποιός εμφανιζόταν πάντα παρουσιαστικός στο κόκκινο χαλί, με άψογο grooming και στυλάτη ενδυμασία.
Λεξικό Δέντρο
presentably
representable
unpresentable
presentable
present



























