to preoccupy
Pronunciation
/pɹiˈɑkjəˌpaɪ/

Ορισμός και σημασία του "preoccupy"στα αγγλικά

to preoccupy
01

απασχολώ το νου, ανησυχώ

to engage someone's mind or attention fully, especially with worries or concerns
Transitive: to preoccupy sb
to preoccupy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
preoccupy
γ΄ ενικό πρόσωπο
preoccupies
ενεστώτα μετοχή
preoccupying
απλός αόριστος
preoccupied
παθητική μετοχή
preoccupied
Παραδείγματα
He was preoccupied with the idea of finding a new job.
Ήταν απασχολημένος με την ιδέα της εύρεσης μιας νέας δουλειάς.
02

καταλαμβάνω πριν από τους άλλους, προλαβαίνω τους άλλους

to take control or fill up a space before anyone else can
Transitive: to preoccupy a space
Παραδείγματα
The early bird preoccupied the best spot in the parking lot.
Το πρωινό πουλί κατέλαβε την καλύτερη θέση στο πάρκινγκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store