Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preoccupy
01
απασχολώ το νου, ανησυχώ
to engage someone's mind or attention fully, especially with worries or concerns
Transitive: to preoccupy sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
preoccupy
γ΄ ενικό πρόσωπο
preoccupies
ενεστώτα μετοχή
preoccupying
απλός αόριστος
preoccupied
παθητική μετοχή
preoccupied
Παραδείγματα
She has been preoccupied with worries about her children's health and safety.
Ήταν απασχολημένη με ανησυχίες για την υγεία και την ασφάλεια των παιδιών της.
02
καταλαμβάνω πριν από τους άλλους, προλαβαίνω τους άλλους
to take control or fill up a space before anyone else can
Transitive: to preoccupy a space
Παραδείγματα
She preoccupied the front seat of the car, leaving no room for others.
Κατέλαβε την μπροστινή θέση του αυτοκινήτου, αφήνοντας χώρο για κανέναν άλλο.
Λεξικό Δέντρο
preoccupy
occupy



























