premeditated
pre
pri:
pri
me
ˈmɛ
me
di
di
ta
teɪ
tei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "premeditated"στα αγγλικά

premeditated
01

προμελετημένος, προγραμματισμένος εκ των προτέρων

planned well in advance through careful prior consideration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most premeditated
συγκριτικός βαθμός
more premeditated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The attack appeared premeditated given the weapons stockpile and camouflage equipment found. 

Η επίθεση φαινόταν προμελετημένη δεδομένου του οπλοστασίου και του εξοπλισμού καμουφλάζ που βρέθηκαν.

Λεξικό Δέντρο

unpremeditated
premeditated
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store