Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preface
01
προλογίζω, εισάγω
to start a written work with a brief statement or introduction, often written by the author or editor, to provide context or explain the purpose
Transitive: to preface a written work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preface
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefaces
ενεστώτα μετοχή
prefacing
απλός αόριστος
prefaced
παθητική μετοχή
prefaced
Παραδείγματα
The author decided to preface the novel with a personal note to the readers.
Ο συγγραφέας αποφάσισε να προλογίσει το μυθιστόρημα με μια προσωπική σημείωση προς τους αναγνώστες.
Preface
01
πρόλογος, εισαγωγή
an introductory piece written by the author of a book explaining its subject, scope, or aims
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prefaces
Παραδείγματα
The author’s preface outlines the purpose of the book.
Ο πρόλογος του συγγραφέα περιγράφει τον σκοπό του βιβλίου.
Λεξικό Δέντρο
preface
face



























