Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preface
01
προλογίζω, εισάγω
to start a written work with a brief statement or introduction, often written by the author or editor, to provide context or explain the purpose
Transitive: to preface a written work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preface
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefaces
ενεστώτα μετοχή
prefacing
απλός αόριστος
prefaced
παθητική μετοχή
prefaced
Παραδείγματα
The poet thought it essential to preface the poetry collection with insights into the inspiration behind each piece.
Ο ποιητής θεώρησε απαραίτητο να προλογίσει τη συλλογή ποιημάτων με πληροφορίες για την έμπνευση πίσω από κάθε κομμάτι.
Preface
01
πρόλογος, εισαγωγή
an introductory piece written by the author of a book explaining its subject, scope, or aims
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prefaces
Παραδείγματα
The professor advised students to read the preface before starting the main text.
Ο καθηγητής συμβούλεψε τους μαθητές να διαβάσουν τον πρόλογο πριν ξεκινήσουν το κύριο κείμενο.
Λεξικό Δέντρο
preface
face



























