Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
praiseworthily
01
αξιέπαινα, με τρόπο αξιέπαινο
in a manner that deserves praise or approval
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They praiseworthily chose to prioritize fairness over profit.
Αποφάσισαν αξιέπαινα να δώσουν προτεραιότητα στη δικαιοσύνη έναντι του κέρδους.
Λεξικό Δέντρο
praiseworthily
praiseworthy
praiseworth



























