Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Potter
01
αγγειοπλάστης, κεραμουργός
an artist who creates decorative and functional objects out of clay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potters
to potter
01
κάνω δουλειές χωρίς σχέδιο, σπαταλώ χρόνο
do random, unplanned work or activities or spend time idly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
potter
γ΄ ενικό πρόσωπο
potters
ενεστώτα μετοχή
pottering
απλός αόριστος
pottered
παθητική μετοχή
pottered
02
περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα
move around aimlessly
03
δουλεύω ελαφρά, εργάζομαι με ελαφρότητα
work lightly
Λεξικό Δέντρο
potter
pot



























