potter
po
ˈpɑ
πα
tter
tɜr
τερρ
/pˈɒtɐ/

Ορισμός και σημασία του "potter"στα αγγλικά

01

αγγειοπλάστης, κεραμουργός

an artist who creates decorative and functional objects out of clay
potter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potters
to potter
01

κάνω δουλειές χωρίς σχέδιο, σπαταλώ χρόνο

do random, unplanned work or activities or spend time idly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
potter
γ΄ ενικό πρόσωπο
potters
ενεστώτα μετοχή
pottering
απλός αόριστος
pottered
παθητική μετοχή
pottered
02

περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα

move around aimlessly
03

δουλεύω ελαφρά, εργάζομαι με ελαφρότητα

work lightly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store