potpie
pot
ˈpɒt
pot
pie
paɪ
pai

Ορισμός και σημασία του "potpie"στα αγγλικά

01

κρεατόπιτα, πιτάκι με κρέας και λαχανικά

pieces of meat and vegetables topped with pastry and then baked in a deep dish 
potpie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potpies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

potpie

pot

+

pie

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store