potent
potent
pəʊtnt
pewtnt
patentportent

Ορισμός και σημασία του "potent"στα αγγλικά

01

ισχυρός, αποτελεσματικός

having great power, effectiveness, or influence to produce a desired result 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most potent
συγκριτικός βαθμός
more potent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The medicine had a potent effect, relieving her pain within minutes. 

Το φάρμακο είχε ισχυρή επίδραση, ανακουφίζοντας τον πόνο της μέσα σε λίγα λεπτά.

02

ισχυρός, δυνατός

possessing great strength or authority 
Παραδείγματα
The potent storm caused widespread damage across the region. 

Η ισχυρή καταιγίδα προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές σε όλη την περιοχή.

03

δυνατός, ερωτικός

(of a male) capable of copulation 

Λεξικό Δέντρο

impotent
multipotent
potently
potent
potence
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store