potbellied
pot
ˈpɒt
ποτ
be
μπε
llied
lid
λιντ

Ορισμός και σημασία του "potbellied"στα αγγλικά

potbellied
01

κοιλιάρης, στρογγυλόκοιλος

(of a person or animal) having a round bulging stomach 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most potbellied
συγκριτικός βαθμός
more potbellied
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, appearance, health

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store