Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
potbellied
01
κοιλιάρης, στρογγυλόκοιλος
(of a person or animal) having a round bulging stomach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most potbellied
συγκριτικός βαθμός
more potbellied
διαβαθμίσιμο



























