Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Posterior
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
posteriors
Παραδείγματα
The kids giggled when their teacher mentioned the word “ posterior ” in anatomy class.
Τα παιδιά γέλασαν όταν ο δάσκαλός τους ανέφερε τη λέξη οπίσθιος στο μάθημα της ανατομίας.
02
πίσω δόντι, γραμμωτό δόντι
a tooth situated at the back of the mouth
posterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect designed the playground with safety in mind, placing the swings in the posterior section away from the entrance.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε την παιδική χαρά με ασφάλεια στο μυαλό, τοποθετώντας τις κούνιες στο πίσω τμήμα μακριά από την είσοδο.
02
επόμενος, μεταγενέστερος
coming at a subsequent time or stage
Λεξικό Δέντρο
posteriority
posterior



























