Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Posterior
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
posteriors
Παραδείγματα
She slipped and landed ungracefully on her posterior.
Γλίστρησε και προσγειώθηκε αδέξια στο πίσω μέρος της.
02
πίσω δόντι, γραμμωτό δόντι
a tooth situated at the back of the mouth
posterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the room layout, the desk was situated in the posterior section, facing the window.
Στη διάταξη του δωματίου, το γραφείο βρισκόταν στο πισινό τμήμα, αντικρύζοντας το παράθυρο.
02
επόμενος, μεταγενέστερος
coming at a subsequent time or stage
Λεξικό Δέντρο
posteriority
posterior



























