Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
porous
01
πορώδης, διαπερατός
containing small holes or gaps, allowing liquid or air to pass through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most porous
συγκριτικός βαθμός
more porous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sponge was porous, absorbing water quickly.
Το σφουγγάρι ήταν πορώδες, απορροφώντας νερό γρήγορα.
02
πορώδης, διαπερατός
not protected enough to stop people, animals, or things from passing through
Παραδείγματα
The porous fence allowed animals, such as rabbits and deer, to easily enter the garden.
Ο πορώδης φράκτης επέτρεπε σε ζώα, όπως κουνέλια και ελάφια, να εισέλθουν εύκολα στον κήπο.
Λεξικό Δέντρο
nonporous
porousness
porous
pore



























