Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to populate
01
κατοικώ, κατοικείται
(of individuals or communities) to be present in a particular area
Transitive: to populate an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
populate
γ΄ ενικό πρόσωπο
populates
ενεστώτα μετοχή
populating
απλός αόριστος
populated
παθητική μετοχή
populated
Παραδείγματα
Various indigenous tribes have populated the rainforest for centuries.
Διάφορες ιθαγενείς φυλές έχουν κατοικήσει το τροπικό δάσος εδώ και αιώνες.
02
κατοικώ, αποικίζω
to facilitate the settlement of people in a particular area
Transitive: to populate an area
Παραδείγματα
Efforts to populate the newly developed city included the construction of infrastructure, schools, and recreational facilities.
Οι προσπάθειες για κατοίκηση της νέας πόλης περιλάμβαναν την κατασκευή υποδομών, σχολείων και αναψυκτικών εγκαταστάσεων.
Λεξικό Δέντρο
depopulate
overpopulate
populated
populate



























