Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poor
01
φτωχός, άνευ μέσων
owning a very small amount of money or a very small number of things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
poorest
συγκριτικός βαθμός
poorer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wanted to help the poor family who were struggling to afford basic necessities like food and clothing.
Ήθελε να βοηθήσει την φτωχή οικογένεια που δυσκολευόταν να αντέξει τα βασικά αγαθά όπως τρόφιμα και ρούχα.
Παραδείγματα
The plan failed due to poor preparation.
Το σχέδιο απέτυχε λόγω κακής προετοιμασίας.
03
φτωχός, αξιολύπητος
deserving or inciting pity
04
φτωχός, άπορος
characterized by or indicating poverty
Παραδείγματα
The meal was poor, lacking in flavor and presentation.
Το γεύμα ήταν κακό, χωρίς γεύση και παρουσίαση.
Poor
01
φτωχοί, άποροι
Individuals who do not have enough money or material possessions to meet their basic needs for food, shelter, and clothing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poor
Λεξικό Δέντρο
poorly
poorness
poor



























