Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ponder
01
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
to give careful thought to something, its various aspects, implications, or possibilities
Transitive: to ponder sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ponder
γ΄ ενικό πρόσωπο
ponders
ενεστώτα μετοχή
pondering
απλός αόριστος
pondered
παθητική μετοχή
pondered
Παραδείγματα
I sat by the lake and pondered the deep questions about life, the universe, and everything.
Κάθισα δίπλα στη λίμνη και αναλογίστηκα τις βαθιές ερωτήσεις για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα.
Ponder
01
ένα τεράστιο κύμα, μια τιτάνια καταιγίδα
(surfing) a massive and powerful wave, often difficult to ride and capable of delivering intense force upon impact
Informal
Specialized
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ponders
Παραδείγματα
You better be ready if you 're dropping in on a ponder like that.
Καλύτερα να είσαι έτοιμος αν σκοπεύεις να πιάσεις ένα τέτοιο τεράστιο κύμα.



























