polymer
po
ˈpɒ
po
ly
li
mer

Ορισμός και σημασία του "polymer"στα αγγλικά

01

πολυμερές, μακρομόριο

a large molecule composed of repeating structural units, or monomers, covalently bonded together in a chain-like structure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polymers
Παραδείγματα
Polyethylene is a common polymer used in the production of plastic bags, bottles, and various packaging materials. 

Το πολυμερές είναι ένα κοινό πολυμερές που χρησιμοποιείται στην παραγωγή πλαστικών σακουλών, μπουκαλιών και διαφόρων υλικών συσκευασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store