Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polymorph
01
πολύμορφο, πολύμορφος οργανισμός
a type of marine invertebrate that can change its shape and form through a process called polymorphism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polymorphs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
polymorphic
polymorphism
polymorphous
polymorph
poly
morph



























