polygraph
po
ˈpɒ
πο
ly
li
λι
graph
grɑ:f
γκραφ

Ορισμός και σημασία του "polygraph"στα αγγλικά

01

πολύγραφος, ανιχνευτής ψεύδους

a machine that measures and records bodily functions like pulse, blood pressure, breathing, and sweating 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polygraphs
Παραδείγματα
The suspect was connected to a polygraph. 

Ο ύποπτος ήταν συνδεδεμένος με ένα πολύγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

polygraph

poly

+

graph

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store